Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Σκέψεις για τους ανθρώπους του καιρού μας Φώτης Κόντογλου

Οι άνθρωποι βρίσκουνται σε ακατάπαυστη κίνηση, σαν μανιακοί. Άλλοι τρέχουνε από δω, άλλοι από κει. Όλοι βιάζουνται. Δοξάζω τον Θεό άμα δω κανέναν να πορεύεται ήσυχα, χωρίς να βιάζεται! Θαρρείς πως ο διάβολος τους κυνηγά με μια βουκέντρα, και δεν τους αφήνει να ησυχάσουνε. Άλλοι τρέχουνε λαχανιασμένοι να πιάσουνε την χρυσή ρόδα, που την κυλά μπροστά τους ο διάβολος, που τον λέγανε οι αρχαίοι Ερμή, σκουντουφλάνε ο ένας απάνω στον άλλον στα χρηματιστήρια, στις Τράπεζες, στις μπούρσες, στις κούρσες, στα καζίνα. Άλλοι κυνηγούνε λογής-λογής συνέδρια, και συζητάνε περί ανέμων και υδάτων, άλλοι μαζεύονται και αλληλοθαυμάζονται κι αλληλομισιούνται σε σωματεία, σε συλλόγους, σε εταιρείες, άλλοι μαζεύουνται σαν τα μυρμήγκια κατά χιλιάδες, και βλέπουνε τα λεγόμενα ματς, με κάτι αγριοφωνάρες που θαρρείς πως βγαίνουνε από το θηριοτροφείο, άλλοι κάνουνε καλλιστεία, άλλοι εκθέτουνε τα έργα της τέχνης τους και καμαρώνουνε, ως που να περάσουνε δυο-τρεις μέρες και να τους ξεχάσουνε οι θαυμαστές τους, άλλοι τυπώνουνε βιβλία, άλλοι βγάζουνε λόγους σαν βραχνιασμένοι βάτραχοι, άλλοι κάνουνε τον παλληκαρά που δεν φοβάται τίποτα, ώσπου να καταντήσουνε σε λίγα χρόνια σαν ξεφουσκωμένες καραμούζες, άλλοι συζητάνε για λεπτά αισθητικά προβλήματα με κάτι κλούβιες κυρίες που τα μάτια τους είναι σαν άψυχες χάντρες και που μιλάνε σαν φωνόγραφα, χωρίς να ξέρουνε τι λένε, άλλοι γεμίζουνε τα θέατρα για να αισθανθούνε «το ρίγος της τέχνης», άλλοι ακούνε συνοφρυωμένοι και βυθισμένοι εις βάθος δυσθεώρητον τα «αριστουργήματα της μουσικής», άλλοι κάνουνε ψυχικές έρευνες με επιστημονική αξιοπρέπεια… Όλοι, τέλος πάντων, καταγίνουνται με όλα όσα μπορούνε να γίνουνε σε τούτο τον ντουνιά, για να ξεχάσουνε τον εαυτό τους, για να μην απομείνουνε μοναχοί και δούνε τη γύμνια τους, τη μιζέρια τους, το χάος που τους ζώνει. Για να γεμίσουνε τη ζωή τους ρίχνουνε μέσα σ’ αυτό το άδειο πράγμα ό,τι βρούνε μπροστά τους, φτάνει να γεμίσει και να σταθεί, σαν το άδειο τσουβάλι όρθιο, που το παραγεμίζεις με πατσαβούρες, παλιόχαρτα, παλιοκούτια. Ρίχνουνε αποπάνω τους για να σκεπασθούνε παπλώματα, κουβέρτες, φλοκάτες, νιτσεράδες, σαν τον θερμιασμένον που δεν ειμπορεί να ζεσταθεί με κανέναν τρόπο.

«Ευλογημένο Καταφύγιο»